Η Ελλάδα έχει καταστεί ένα ατελές κράτος δικαίου
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός λαού που λειτουργούν ως ρήγματα. Η σύγκρουση των τρένων στα Τέμπη, στις 28 Φεβρουαρίου 2023, ήταν μια τέτοια στιγμή. Μια στιγμή που αναγκάζει την Ελλάδα να κοιτά τον εαυτό της κατάματα, και να βλέπει την πιο δραματική εικόνα συμπύκνωσης των σύγχρονων νεοελληνικών παθογενειών· των δομικών προβλημάτων που, παρά τις υποκριτικές υποσχέσεις, δεν αντιμετωπίστηκαν, και το μέγεθός τους είναι πλέον τόσο προφανές που υπερβαίνει τα επικοινωνιακά success stories και τους φτηνούς αποπροσανατολισμούς —ειδικά εκείνους που μοχλεύουν τα πιο διχαστικά πάθη του παρελθόντος.
Πενήντα επτά άνθρωποι, οι περισσότεροι νέοι φοιτητές, δολοφονήθηκαν από ένα κράτος που συνειδητά οδηγείται στην κατάρρευση εδώ και χρόνια. Ένα κράτος που υπολειτουργεί, και που, σιωπηλά, σταδιακά, κι εν γνώσει όλων, ο δημόσιος χαρακτήρας του και η δυνατότητά του να παρεμβαίνει ελεγκτικά και διορθωτικά απαξιώθηκαν. Και δεν είναι μόνο οι συγκοινωνίες, το ίδιο συμβαίνει στα Πανεπιστήμια, στα Νοσοκομεία και στη Δικαιοσύνη. Το επίπεδο πέφτει, οι προσδοκίες καταρρακώνονται, ο πρωτογονισμός της επιβίωσης ανακάμπτει. Νομίζω, και το λέω ειλικρινά, ότι όποιος δεν το βλέπει ή εθελοτυφλεί ή ζει σε κάποια άλλη πραγματικότητα.
Το σιδηροδρομικό δίκτυο μετά το ξεπούλημά του κατέρρευσε μέσα σε ελέγχους που δεν έγιναν, σε εκθέσεις που αρχειοθετήθηκαν, σε καταγγελίες που αγνοήθηκαν, σε προμήθειες που καθυστέρησαν, σε συμβάσεις που συνάφθηκαν και δεν εκτελέστηκαν. Αυτή είναι άλλωστε η νεοελληνική εκδοχή του κράτους δικαίου: ένα κράτος που θεσπίζει νόμους χωρίς να τους εφαρμόζει, που δημιουργεί θεσμούς για τα μάτια του κόσμου, που απαιτεί λογοδοσία από τους μικρούς ενώ προστατεύει τους μεγάλους, τους φίλους και τους ημέτερους.
Το βαθύτερο τραύμα είναι η αίσθηση — βαριά, διάχυτη και αδύνατο να αποκρουστεί — ότι κανείς δεν θα λογοδοτήσει ουσιαστικά. Ότι η δικαιοσύνη θα κινηθεί αργά, θα κατατμηθεί σε δικαστικές υποθέσεις χαμηλής βαρύτητας, και στο τέλος θα σβήσει. Αυτή η αίσθηση είναι πλέον συλλογική μνήμη: τα Τέμπη, η Μάνδρα, το Μάτι, η Πύλος, η Χίος, κάθε φορά που η χώρα ένιωσε πόνο και οργίστηκε που ανθρώπινες ζωές έμειναν απροστάτευτες εν τέλει, κάθε πολιτική ευθύνη διαλύθηκε στον αέρα. Αν συνυπολογίσει κανείς τα σκάνδαλα των υποκλοπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ, των συγκαλύψεων και της ατιμωρησίας καταλαβαίνει πως η Ελλάδα έγινε βαθμηδόν ένα ατελές κράτος δικαίου. Και η υποκρισία της εκτεταμένης συνταγματικής αναθεώρησης ιδίως της ποινικής ευθύνης των υπουργών φαντάζει ακόμα πιο γκροτέσκα όταν βγαίνει από το στόμα εκείνων που βιάζουν συστηματικά τους θεσμούς και τη λογική μας.
Ο πραγματικός κίνδυνος κρύβεται στην κανονικοποίηση του αδιεξόδου και της ατιμωρησίας, στη σταδιακή αποδοχή ότι έτσι λειτουργεί η Ελλάδα, ότι έτσι ήταν πάντα, ότι έτσι θα είναι. Πώς το είπε εκείνος ο τρικαλινός για τις αδικοχαμένες εργάτριες της Βιολάντα; «Ε, τι να κάνουμε τώρα που πέθαναν αυτές;». Αυτός ο κυνισμός και το θράσος είναι ο καρκίνος στο αίμα οποιασδήποτε αλλαγής. Αυτή η παραίτηση ξανασκοτώνει όχι μόνο τα θύματα, αλλά και την δυνατότητα να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος που μας κρατάει πίσω.

