Reflect. Rebel.
Καλώς ήρθατε στο PGB Journal
Το PGB Journal είναι ένας χώρος όπου το δίκαιο, η πολιτική και η φιλοσοφία συναντώνται για να διαμορφώσουν το μέλλον της σκέψης και της δράσης.
Εδώ θα βρείτε αναλύσεις που υπερβαίνουν τα όρια των συμβατικών προσεγγίσεων. Από τις νομικές εξελίξεις που διαμορφώνουν την κοινωνία μας, έως τις πολιτικές στρατηγικές που καθορίζουν το αύριο, και από τα φιλοσοφικά ερωτήματα που μας προκαλούν, έως τις πρακτικές λύσεις που χρειαζόμαστε σήμερα.
Το PGB Journal είναι μια πλατφόρμα διαλόγου για όσους αναζητούν βάθος στη σκέψη και σαφήνεια στη δράση. Είτε είστε νομικός επαγγελματίας, πολιτικός, φιλόσοφος ή απλώς ένας πολίτης που ενδιαφέρεται για τα μεγάλα ζητήματα της εποχής μας, εδώ θα βρείτε περιεχόμενο που εμπνέει και προκαλεί προβληματισμό.
Ανακαλύψτε άρθρα, αναλύσεις και στοχασμούς που γεφυρώνουν τη θεωρία με την πράξη, την παράδοση με την καινοτομία, το τοπικό με το παγκόσμιο.
Διαδρομές
Ξεκίνησα λοιπόν ως πρωτάρης Δικηγόρος, ασχολούμενος με το ποινικό δίκαιο, σε μια μικρή αλλά υπέροχη επαρχιακή πόλη, τα Τρίκαλα.
Χωρίς δικηγορική οικογένεια από πίσω μου, χωρίς πλάτες, ψάχνοντας να βρω τον δρόμο μου.
Έφτασα στην Αθήνα πριν από κάπου στο καλοκαίρι του 2022, χωρίς να γνωρίζω ψυχή. Είχα μια τρελή ιδέα: ήθελα να κάνω μεταπτυχιακό και ασχοληθώ με την ποινική δικηγορία. Ήθελα να απλώσω τα φτερά μου. Να ζήσω με τους δικούς μου όρους. Να σπάσω τα δεσμά μιας ασφυκτικής καθημερινότητας που ήταν αρκετά σκληρή για κάποιον που δεν ήξερε από που να πρωτοξεκινήσει.
Κοιμόμουν σε έναν διθέσιο καναπέ στα δυτικά προάστια. Κάθε πρωί έπαιρνα τον πρώτο Προαστιακό, το βράδυ γύριζα με τον τελευταίο, και όλη μέρα ήμουν θαμμένος ανάμεσα σε βιβλία, χαρτιά και σημειώσεις στο Ίδρυμα Νιάρχος.
Περίμενα τρεις ολόκληρους μήνες για να μου τηλεφωνήσει κανείς για δουλειά.
Οι δύο πρώτες πόρτες έκλεισαν στη μούρη μου. Η τρίτη; Ακόμα χειρότερα — με έδιωξαν κυριολεκτικά. «Εδώ δεν είναι η επαρχία σου να πηγαίνεις για μεσημεριανό ύπνο, παιδί μου.»
Τριακόσια πενήντα κάθε δεκαπέντε μέρες. Δώδεκα ώρες δουλειά καθημερινά.
«Ξέχνα το μεταπτυχιακό.» «Καλύτερα να δώσεις για εισαγγελέας.»
Δεν είχα νιώσει ποτέ τόσο τσακισμένος. Ποτέ τόσο εκτεθειμένος. Να γυρίσω πίσω σε όσους μου έλεγαν «εγώ στο 'λεγα» ότι ήταν αυτοκτονική αποστολή; Ή να μείνω εδώ και να δω πόσο χειρότερα μπορούν να πάνε τα πράγματα;
Και πήγαν χειρότερα, πιστέψτε με.
Έκατσα για αρκετό καιρό με τα δύο πόδια σε ένα παπούτσι.
Αλλά τότε πήρα ένα παράλογο ρίσκο.
Να ανοίξω το δικό μου γραφείο και να το φτιάξω από το μηδέν ή καλύτερα από το πλην.
Μου χαμογέλασε η τύχη τη στιγμή που η καταιγίδα χτυπούσε πιο δυνατά.
Κρατήθηκε όρθιος γιατί κάποιοι καταπληκτικοί άνθρωποι, γίναγτες, με κουβάλησαν στους ώμους στην κυριολεξία. Δεν μου έκλεισαν την πόρτα και με εμπιστεύτηκαν. Απλοί άνθρωποι που πίστεψαν σε μένα και με στήριξαν.
Όλοι κουβαλάμε τις πέτρες μας ανηφορίζοντας τα βουνά που ονειρευτήκαμε.
Μαζί, με όλες αυτές τις χαρακιές που μας σχημάτισαν και μας φτιάχνουν χαρακτήρα — κάνοντάς μας αυτό που είμαστε.
Έτσι βρέθηκα στην πραγματική ζωή και έμαθα τα μυστικά της.
Δεν έχασα ποτέ την πίστη μου όμως. Αυτή την ακλόνητη βεβαιότητα ότι ακόμα και τώρα, όταν όλα καταρρέουν — και ο καθένας κοιτάζει μόνο τον εαυτό του — δεν θα σε καταπιεί το κενό κι εσένα, η αγαπημένη μου Ελλάδα.
Γιατί τα λέω όλα αυτά; Γιατί είναι ο μόνος τρόπος να ευχαριστήσω όπως πρέπει όλους αυτούς τους ανθρώπους που με έκαναν αυτό που είμαι σήμερα και να βρω το δρόμο μου. Που μου είπαν «μην αγοράζεις αυτή την ηττοπάθεια και τη μετριότητα».
Γιατί οι ζωές αποκτούν νόημα όταν είναι αληθινές.
Και όταν οι δύσκολες στιγμές σε στύβουν, να στοιχηματίζεις πάντα στους ανθρώπους. Γιατί ναι, κάποιοι θα προσπαθήσουν να διαλύσουν τη ζωή σου — μα άλλοι; Αυτοί θα της ράψουν ξανά ελπίδα, με αυτό που είναι και με αυτό που ζουν.
Κάπως έτσι ξεκίνησαν αυτές οι όμορφες διαδρομές.

